Ένα φαινομενικά συνηθισμένο Πάσχα!
Πάσχα στο χωριό με την οικογένεια. Ανάσταση στην Εκκλησία του χωριού και μετά σπίτι φαγητό, γλέντι και ξενύχτι. Όλα τα ξαδέρφια σε ένα τραπέζι, να λέμε τα νέα μας από όλη την νέα χρονιά. Γέλια, ιστορίες και φαγητό μέχρι να σκάσουμε. Ήρθε η ώρα να κάνουμε τον καθιερωμένο διαγωνισμό τσουγκρίσματος αυγών. Φυσικά εγώ πήγα στον τελικό. Όταν πήγα να τσουγκρίσω το αυγό μου με την ξαδέρφη μου, το κέλυφος του αυγού άρχιζε να ραγίζει, χωρίς να κάνω εγώ κάτι. Ξαφνικά ξεπρόβαλε ένα μικρό κεφαλάκι και ένα γλυκό κλαψούρισμα. Ένα κοτοπουλάκι! Όλοι ουρλιάξαμε από την χαρά και από την έκπληξη. Αποφασίσαμε πως θα το μεγαλώσουμε όλοι μαζί και τώρα έχει γίνει μέλος της οικογένειας μας.
Ανανιάδου Κ., Γ2
Ένα πασχαλινό απόγευμα, η Αφροδίτη και η οικογένεια της ετοιμάζονταν να πάνε στην εκκλησία. Η ατμόσφαιρα ήταν μαγική με το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα και το στολισμένο τους σπίτι. Φεύγοντας, η Αφροδίτη χαμογέλασε στο κέρινο λαγουδάκι στο τραπέζι της εξόδου. Εκείνη και η οικογένεια της ακολούθησαν το ρεύμα των ανθρώπων κατευθυνόμενοι προς την εκκλησία. Αφού πια η ώρα ξεπέρασε τα μεσάνυχτα και οι λαμπάδες φώτιζαν το Άγιο Φως, η Αφροδίτη γύρισε σπίτι. Στημένη στην είσοδο, κινήθηκε προς το κερί σε σχήμα λαγού πάνω στο τραπέζι. Έγειρε την λαμπάδα της και φώτισε το λαγουδάκι- στολίδι. Ώσπου να φτάσει στο σαλόνι, άρχισε να ακούει ελαφρά χοροπηδητά να την ακολουθούν. Γύρισε και ξαφνικά αντίκρισε ένα λευκό λαγουδάκι, να κρατάει δύο χρωματιστά αυγά! Έσκυψε να το χαϊδέψει και κατόπιν έτρεξε να φωνάξει τους γονείς της. Μέχρι να γυρίσει, το λαγουδάκι ήταν πάλι ένα κερί.
Παπαδημητρίου Κ., Γ3
Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένα λαγουδάκι που χοροπηδούσε από εδώ και από εκεί σε ένα λιβάδι. Την ημέρα πριν το Πάσχα ετοίμασε τα καλά του ρούχα για να είναι πανέτοιμο για την Πασχαλινή εκδήλωση της Λαγουδούπολης. Την ημέρα του Πάσχα ξύπνησε νωρίς- νωρίς για να παρουσιάσει το ευχάριστο αυτό γεγονός. Ήταν πολύ αγχωμένο αλλά με το που είδε την αγαπημένη του λαγουδίνα στο κοινό, ξαλάφρωσε εντελώς. Τα λόγια του κυλούσαν σαν νερό στο ρυάκι, ήταν πραγματικά ερωτευμένο. Εκείνο το βράδυ τσούγκρισε αυγά με την λαγουδίνα του και ύστερα έφαγαν τα καρότα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Το επόμενο πρωί ο δήμαρχος της πόλης ευχαρίστησε αυτό το ζευγάρι για την υπέροχη παρουσίαση της εκδήλωσης, δίνοντας τους ένα χρυσό αυγό. Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Μίχος Μ., Γ2
Μία φορά και ένα καιρό, κοντά σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης ζούσε ένα μικρό κοριτσάκι, η Κλειώ με την οικογένεια της. Την ημέρα της Ανάστασης, η Κλειώ έβαλε ένα ωραίο φόρεμα και πήγε χαρούμενη στην εκκλησία. Όταν ακούστηκε το «Χριστός Ανέστη», το φως άναψε και σκόρπισε παντού. Έτσι και η λαμπάδα της Κλειώς φώτισε με την σειρά της. Παράλληλα ένα μικρό παιδάκι δίπλα της άρχισε να κλαίει, γιατί το δικό του κερί έσβησε. Παρατηρώντας το η Κλειώ το πλησίασε με την λαμπάδα της και του έδωσε να ανάψει τη δική του. Τότε το παιδί χαμογέλασε και η Κλειώ κατάλαβε πως η χαρά μεγαλώνει όταν τη μοιράζεσαι με άλλους.
Τζανάκου Ε., Γ2
Μια Καινούρια Εμπειρία
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα λαγουδάκι που το έλεγαν Αριάδνη. Η Αριάδνη είχε πατέρα τον Πασχαλινό λαγό, ο οποίος όμως δεν την άφηνε να μιλάει σε άλλους και την έβαζε να ετοιμάζει τα σοκολατένια αυγά και να τα μοιράζει το Πάσχα. Γι’ αυτό, η Αριάδνη είχε ένα μεγάλο όνειρο: Να κάνει φίλο έναν άλλο λαγό. Μια μέρα το Πάσχα, καθώς επέστρεφε σπίτι, μόλις είχε τελειώσει τη μοιρασιά των αυγών, ξέσπασε μια δυνατή βροχή και οι δρόμοι πλημμύρισαν. Η λαγουδίνα σκέφτηκε πως δεν γινόταν να επιστρέψει στο σπίτι έτσι και αποφάσισε να ψάξει ένα καταφύγιο εκεί κοντά. Αν και ήταν δύσκολο γιατί βρισκόταν στην πόλη των ανθρώπων, είδε ένα παρκαρισμένο αμάξι και αποφάσισε να κρυφτεί από κάτω για να προστατευτεί.
Το αμάξι όμως δεν τη βοηθούσε πολύ. Η Αριάδνη είχε βραχεί και οι ήχοι μαζί με τα φώτα γύρω της την τρόμαζαν. Καθώς περίμενε, είδε ξαφνικά μια φιγούρα να πλησιάζει. Ταράχτηκε και ετοιμάστηκε να αμυνθεί με το άδειο καλάθι που πριν είχε τα σοκολατάκια, αλλά τελικά αποδείχθηκε πως ήταν απλώς ένας μικρός λαγός που ήθελε κι αυτός να προφυλαχτεί από τη βροχή. Η Αριάδνη κατέβασε το καλάθι και τον άφησε να σταθεί μαζί της κάτω από το αμάξι. Τον κοίταζε λοξά όλη την ώρα, μέχρι που ο λαγός γύρισε το κεφάλι και τη ρώτησε αν χρειαζόταν κάτι. Εκείνη τη στιγμή, η Αριάδνη θυμήθηκε το όνειρό της και άρχισε να του μιλάει. Ο λαγός ξαφνιάστηκε λίγο, αλλά σύντομα άρχισαν να συζητούν μαζί για το πώς θα μπορούσαν να βρουν ένα καλύτερο καταφύγιο.
Τελικά, κατάφεραν να βρουν ένα γκαράζ και χώθηκαν και οι δύο μέσα στα άχυρα. Μόλις η βροχή σταμάτησε, η Αριάδνη ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά ο λαγός τη σταμάτησε και τη ρώτησε αν θα μπορούσαν να συναντηθούν ξανά στο ίδιο σημείο το επόμενο βράδυ. Η λαγουδίνα συμφώνησε και την επόμενη μέρα, αφού ο πατέρας της είχε κοιμηθεί, έφυγε κρυφά από το σπίτι για να τον συναντήσει. Οι συναντήσεις τους δεν σταμάτησαν εκεί· αντίθετα, έγιναν όλο και πιο συχνές, και κάθε φορά τα δύο λαγουδάκια γίνονταν όλο και πιο κοντινοί φίλοι. Έτσι, το όνειρο της Αριάδνης έγινε πραγματικότητα. Όσο για το τι θα συνέβαινε αν το μάθαινε ο πατέρας της και τι θα γίνει στη συνέχεια, αυτό παραμένει κάτι που δεν το ξέρουμε ακόμα.
Αναγνωστάκη Α. , Α1